Δίκη Λιγνάδη: Κατάθεση γροθιά στο στομάχι – «Βίωσα τον φόβο και τον παλεύω ακόμα με ψυχολόγο»
«Ήρθα να πω αυτά που έχω βιώσει. Ήρθα να δικαιωθώ. Ήταν άδικο να πάρεις ένα 17χρονο παιδί με τόσα προβλήματα και να το εκμεταλλευτείς. Μου έχει στερήσει σχέσεις, επαφές και την ικανότητα να επικοινωνώ με τον κόσμο. Γνώρισα τον φόβο και ακόμη τον παλεύω με τον ψυχολόγο μου».
Αυτά είπε ολοκληρώνοντας την κατάθεσή του το 29χρονο σήμερα θύμα βιασμού -σύμφωνα και με την πρωτόδικη απόφαση- από τον Δημήτρη Λιγνάδη, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου όπου και ξεκίνησε επί της ουσίας η δίκη με κατηγορούμενο τον πρώην καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, ο οποίος κατηγορείται για τρεις βιασμούς.
Η προσέγγιση
Ο μάρτυρας, μιλώντας για το πρωινό μετά τον πρώτο βιασμό του, προσπάθησε να εξηγήσει το αίσθημα της ενοχής που τον είχε καταβάλει: «Σηκώθηκα το πρωί και πήγα σχολείο. Λέω μάλλον εγώ φταίω σ’ αυτό. Και την επόμενη φορά, λέω, θα το μαζέψω ώστε να μην υπάρχει παρεξήγηση».
Στην κατάθεσή του το θύμα ανέλυσε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στο οικογενειακό του περιβάλλον από νεαρή ηλικία μέχρι και την περίοδο που γνώρισε τον Δ. Λιγνάδη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος τον πλησίασε. Συναισθηματικά φορτισμένος, αναφέρθηκε στις επίδικες κακοποιητικές πράξεις στις οποίες προέβη ο ηθοποιός εις βάρος του την περίοδο που έμενε μαζί του, καθώς η μητρική του στέγη δεν μπορούσε να τον στηρίξει.
Πρόεδρος: Ποιες ήταν οι συνθήκες στο σπίτι σας;
Μάρτυρας: Είχαν πρόβλημα και οι δύο γονείς με το αλκοόλ. Υπήρχαν σκηνές βίας από τον πατέρα μου στη μητέρα και σε εμένα. Έχω δεχτεί κακοποίηση.
Πρόεδρος: Οι οικονομικές συνθήκες;
Μάρτυρας: Ήταν και οι δύο άνεργοι. Τότε έμενα μόνο με τη μητέρα μου και πολλές φορές εξαφανιζόταν. Δεν είχαμε ρεύμα, δεν είχαμε νερό στο σπίτι.
Όπως κατέθεσε, η γνωριμία τους ξεκίνησε μέσω των social media και όσο έμενε στο σπίτι του κατηγορούμενου ακολούθησαν επανειλημμένα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης, ενώ ταυτόχρονα παρουσίασε τον τρόπο που τον πλησίασε ο κατηγορούμενος και το ενδιαφέρον που εξέφρασε για τις συνθήκες ζωής του τις πρώτες φορές που είχαν συναντηθεί.
Πρόεδρος: Τι σας έπεισε να κάνετε παρέα με έναν τόσο μεγαλύτερο άνθρωπο;
Μάρτυρας: Εγώ δεν γνώριζα τίποτα από τον καλλιτεχνικό χώρο και ήθελα να μάθω λίγο αυτό το περιβάλλον. Είχα την περιέργεια να μάθω ως παιδί.
Στην προσπάθεια του θύματος να αποφύγει τη σεξουαλική κακοποίηση είχε εκμυστηρευτεί στον κατηγορούμενο πως έτρεφε αισθήματα για έναν φίλο του, μάρτυρα πλέον στη δίκη, που βρισκόταν μπροστά στον πρώτο καταγγελλόμενο βιασμό, ο οποίος έλαβε χώρα στο σπίτι του κατηγορουμένου ύστερα από πρόσκλησή του προς τους τότε νεαρούς.
«Προσπαθούσα να αντιδράσω και δεν είχα τη δυνατότητα. Όλα έγιναν χωρίς καμία προειδοποίηση. Ήρθε ήδη με στύση. Ο… έφυγε. Πήγα στο μπάνιο, σκουπίστηκα και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί. Όταν βγήκα, τον είδα να μιλά και να γελά με τους υπόλοιπους. Κανείς δεν αντέδρασε», είπε χαρακτηριστικά.
Πρόεδρος: Δεν κατάλαβαν οι άλλοι;
Μάρτυρας: Δεν ξέρω. Δεν μπορούσαν να δουν, αλλά δεν ξέρω αν άκουσαν, γιατί είχε μουσική. Όλοι έπιναν αλκοόλ που μας πρόσφερε ο κατηγορούμενος. Δεν ξέρω αν ήταν αντιληπτό ότι έκλαιγα. Απομονώθηκα και δεν μίλησα. Ένιωσα σαν να ήταν αποδεκτό από τους άλλους.
Η εισαγγελέας της έδρας, απευθύνοντας ερωτήματα στον μάρτυρα, αναφέρθηκε σε αυτό το γεγονός αφήνοντας να εννοηθεί πως η σεξουαλική του ταυτότητα αποτέλεσε «πρόσκληση» του κατηγορουμένου στις πράξεις που ακολούθησαν.
Εισαγγελέας: Δίνετε την εικόνα ότι έλκεστε από άντρα όμως. Τι εξήγηση δίνετε στο να κάνει κάτι τέτοιο μπροστά σε αυτόν που σας αρέσει; Θα μπορούσε να διαλέξει κάποια στιγμή που ήσασταν μόνοι.
Μάρτυρας: Όταν του είπα ότι έχω αισθήματα για τον… δεν ξέρω τι σκέφτηκε. Εγώ κατάλαβα πόσο εξουσιαστικά με έβλεπε. Ήθελε να με ταπεινώσει μπροστά του και έκανε την κίνηση για ταπείνωση και εξευτελισμό. Αυτό ένιωσα και δείχνει πως σκεφτόταν ότι είμαι κτήμα του. Δεν υπάρχει λογική προσέγγιση όταν ασκείται βία.
Προβληματικές ωστόσο ήταν και άλλες ερωτήσεις από την πλευρά της έδρας, καθώς μέλος της, παίρνοντας τη σκυτάλη από την εισαγγελέα, συνέχισε αμφισβητώντας την αντίδραση του θύματος κατά τη διάρκεια του βιασμού.
Σύνεδρος: Αυτή η πράξη είναι τόσο εύκολη; Δεν έχει πόνο; Το θύμα δεν έχει ενστικτώδη αντίδραση; Δεν θα φωνάξει; Οι φωνές μπορεί να ακουγόντουσαν και στους άλλους.
Μάρτυρας: Το έχω πει, η κακοποίηση είναι βίαιη και με πόνο. Με εγκλώβισε στην προσπάθειά μου να φύγω. Καταλαβαίνοντας πως με έχει εγκλωβίσει και ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι, παραδόθηκα. Δεν φώναξα επειδή όταν ήμουν μικρός και με έδερναν οι γονείς μου, όταν φώναζα με έδερναν παραπάνω. Η πρώτη αντίδραση ήταν το πάγωμα λόγω της κακοποίησης που έχω δεχτεί.
Η υπεράσπιση του πρώην διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου υιοθέτησε μια ευτελιστική, προς τη διαδικασία και το θύμα, γραμμή, προσπαθώντας μέσω των ερωτήσεών της να πλήξει την αξιοπιστία του θύματος. Ιδιαίτερα επέμειναν με τις ερωτήσεις τους στη νομιμότητα παραμονής του θύματος στην Ελλάδα, τους λόγους για τους οποίους δεν είχε καταγγείλει την κακοποιητική μητέρα του, για την τότε οικονομική του κατάσταση και γιατί δεν είχε εκμυστηρευτεί τις δυσκολίες του στον κοινωνικό του περίγυρο αλλά το έκανε στον κατά τόσα χρόνια μεγαλύτερό του ηθοποιό.
Καταγγελία
Συνήγορος υπεράσπισης: Είχατε μια στοιχειώδη μόρφωση σε εκείνη την ηλικία εφόσον είχατε τελειώσει το Γυμνάσιο. Δεν ξέρατε ότι μπορούσατε να καταγγείλετε την κακοποίηση χωρίς να διαθέτετε χαρτιά;
Μάρτυρας: Ήμουν μικρός. Ποιο μικρό παιδί θα μπορούσε να καταγγείλει τη μητέρα του;
Υπενθυμίζεται ότι τον Ιούλιο του 2022, ο Δημήτρης Λιγνάδης καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε συνολική ποινή κάθειρξης 12 ετών (με αναστολή) καθώς κρίθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία (4 προς 3) για τους βιασμούς δύο 17χρονων, στην Αθήνα και στην Επίδαυρο το 2015, και αθωώθηκε για άλλους δύο βιασμούς, ενός 16χρονου και ενός ενήλικα άντρα ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί στο δικαστήριο. Μετά από έφεση της Εισαγγελίας Εφετών, ο Δ. Λιγνάδης δικάζεται ξανά και για την αθωωτική απόφαση για την υπόθεση του 16χρονου, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο σε μεγαλύτερες ποινές.