Δίκη για τη δολοφονία δημοσιογράφου στη Μάλτα: Συμβόλαιο θανάτου 150.000 ευρώ από τον κατηγορούμενο επιχειρηματία
Ένας από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της Μάλτας φέρεται να σχεδίασε τη δολοφονία της δημοσιογράφου Ντάφνι Καρουάνα Γκαλίζια, καταβάλλοντας 150.000 ευρώ (130.000 λίρες) σε τρεις πληρωμένους εκτελεστές για να πραγματοποιήσουν το έγκλημα, όπως έγινε γνωστό στο σώμα των ενόρκων, σύμφωνα με τα όσα μεταδίδει ο Guardian.
Ο Γιόργκεν Φένεκ, 44 ετών, κληρονόμος μιας αυτοκρατορίας ακινήτων που περιλαμβάνει το ξενοδοχείο και το καζίνο Hilton Malta, δικάζεται για τη δολοφονία που σημειώθηκε το 2017.
Η Καρουάνα Γκαλίζια σκοτώθηκε όταν εξερράγη βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητό της. Εκδότρια περιοδικού, αρθρογράφος εφημερίδας και μπλόγκερ, ήταν μία από τις πιο αναγνωρίσιμες προσωπικότητες των μέσων ενημέρωσης στη χώρα. Τα δημοσιογραφικά της ρεπορτάζ για κορυφαία κυβερνητικά και επιχειρηματικά στελέχη την είχαν καταστήσει στόχο επανειλημμένων επιθέσεων από πολιτικούς και τους υποστηρικτές τους, ενώ ο βίαιος θάνατός της προκάλεσε οργή σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ο Φένεκ συνελήφθη πριν από επτά χρόνια. Έπειτα από πολυάριθμες αναβολές και την αποφυλάκισή του με εγγύηση τον Φεβρουάριο, καθώς είχε λήξει το μέγιστο χρονικό διάστημα κατά το οποίο μπορούσε να κρατείται στις φυλακές, η δίκη του ξεκίνησε το πρωί της Τετάρτης στα δικαστήρια της πρωτεύουσας της Μάλτας, της Βαλέτας.
Ο κατηγορούμενος δήλωσε αθώος.
Διώκεται για ηθική αυτουργία
Ο Φένεκ κατηγορείται για δύο αδικήματα: συνέργεια στην εκ προθέσεως ανθρωποκτονία της Καρουάνα Γκαλίζια και συμμετοχή σε εγκληματική συνεργασία με πρόσωπο ή πρόσωπα στη Μάλτα με σκοπό τη διάπραξη εγκλήματος.
Είναι ένας από τους επτά άνδρες που οι εισαγγελείς κατηγορούν για εμπλοκή στη δολοφονία και ο τελευταίος που οδηγείται σε δίκη. Πέντε από τους επτά έχουν ήδη καταδικαστεί, ενώ ένας έλαβε χάρη με αντάλλαγμα την κατάθεσή του.
Λόγω των ανησυχιών για το έντονο ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης και την πιθανή επίδρασή του στην κοινή γνώμη, οι δύο πλευρές χρειάστηκαν πέντε ώρες για να συμφωνήσουν στην επιλογή των ενόρκων, ενώ όσοι είχαν κληθεί περίμεναν έξω από την αίθουσα μέχρι να ακουστεί το όνομά τους. Μάλιστα, χρειάστηκε η παρέμβαση των αρχών όταν ένας αναπληρωματικός ένορκος λιποθύμησε, καθώς η θερμοκρασία έφτασε τους 33 βαθμούς Κελσίου.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Μάλτας, οι ένορκοι θα παραμείνουν απομονωμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, διαμένοντας σε ξενοδοχείο χωρίς πρόσβαση σε υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα ή έξυπνα ρολόγια.
Η δίκη ξεκίνησε με την ανάγνωση του κατηγορητηρίου, μιας σύνοψης των κατηγοριών που συνέταξαν οι κρατικοί εισαγγελείς.
Οι ένορκοι άκουσαν ότι λίγο πριν από τις 3 το μεσημέρι της 16ης Οκτωβρίου 2017, το αυτοκίνητο της Καρουάνα Γκαλίζια βγήκε από τον δρόμο και κατέληξε σε ένα χωράφι, καθώς απομακρυνόταν από το σπίτι της στο χωριό Μπιντνίγια.
Μια ισχυρή βόμβα, τοποθετημένη μέσα σε ένα παιδικό κουτί παπουτσιών, είχε κρυφτεί κάτω από το κάθισμα του οδηγού. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, οι δράστες, που πληρώθηκαν με 150.000 ευρώ για την επίθεση, είχαν διαρρήξει το όχημα της δημοσιογράφου το προηγούμενο βράδυ, έπειτα από εβδομάδες παρακολούθησης των κινήσεών της.
Ο γιος της, Μάθιου Καρουάνα Γκαλίζια, που βρισκόταν στο σπίτι μαζί της, ήταν ο πρώτος που έφτασε στο σημείο και βρήκε τα λείψανά της μέσα στο φλεγόμενο αυτοκίνητο. Ήταν 53 ετών.
Τι ειπώθηκε στη δίκη
Οι ένορκοι ενημερώθηκαν ότι το φερόμενο σχέδιο δολοφονίας καταστρώθηκε τον Απρίλιο του 2017. Ο Φένεκ τηλεφώνησε στον φίλο του, Μελβιν Θεούμα, οδηγό ταξί και μπουκμέικερ, και του ζήτησε να τον συναντήσει κοντά στο Hilton, όπου ο Θεούμα είχε εξασφαλίσει προσοδοφόρα άδεια μεταφοράς πελατών του ξενοδοχείου.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Φένεκ ζήτησε από τον Θεούμα να βρει κάποιον για να σκοτώσει την Καρουάνα Γκαλίζια. Μάλιστα, του υπέδειξε και έναν πιθανό εκτελεστή, τον Τζορτζ Ντετζόρτζιο, γνωστή μορφή του υποκόσμου που δραστηριοποιούνταν από μια αποθήκη στις αποβάθρες της Μάρσα, απέναντι από το Μεγάλο Λιμάνι της Βαλέτας. Ο Φένεκ φέρεται να είπε ότι ήθελε τη δημοσιογράφο νεκρή επειδή επρόκειτο να δημοσιεύσει ένα άρθρο για τον θείο του.
Αφού ο Θεούμα ήρθε σε επαφή με τον Τζορτζ και τον αδελφό του Άλφρεντ Ντετζόρτζιο, συμφωνήθηκε αμοιβή 150.000 ευρώ, εκ των οποίων 30.000 ευρώ θα καταβάλλονταν προκαταβολικά. Ωστόσο, όταν προκηρύχθηκαν γενικές εκλογές για τις 3 Ιουνίου, ο Φένεκ φέρεται να ανέστειλε προσωρινά το σχέδιο. Δύο εβδομάδες μετά την επανεκλογή της κυβέρνησης των Εργατικών, οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι έδωσε εντολή στον Θεούμα να προχωρήσει. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Φένεκ παρέδωσε προσωπικά στον Θεούμα έναν φάκελο με τα χρήματα.
Καθώς περνούσαν οι εβδομάδες και οι μήνες, ο Φένεκ πίεζε να υλοποιηθεί το σχέδιο, λέγοντας αυτή τη φορά ότι η Καρουάνα Γκαλίζια ετοιμαζόταν να δημοσιεύσει αποκαλύψεις που αφορούσαν τον ίδιο.
Αφού εξέτασαν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουν τουφέκι, οι εκτελεστές αποφάσισαν τελικά να χρησιμοποιήσουν βόμβα. Η βόμβα ήταν εξοπλισμένη με δέκτη κινητού τηλεφώνου και πυροδοτήθηκε εξ αποστάσεως από τον Τζορτζ Ντετζόρτζιο μέσω γραπτού μηνύματος, ενώ βρισκόταν στο σκάφος του στο Μεγάλο Λιμάνι.
Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία, ο Άλφρεντ Ντετζόρτζιο πήγε στο γκαράζ του Θεούμα για να παραλάβει τα χρήματα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Ο Θεούμα του έδωσε επιπλέον 5.000 ευρώ για έξοδα, μεταξύ των οποίων και η αγορά ενός ισχυρού ζευγαριού κιαλιών. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν επίσης ότι ο Φένεκ κατέβαλε «δεκάδες χιλιάδες» ευρώ για τα δικαστικά έξοδα των αδελφών Ντετζόρτζιο μετά τη σύλληψή τους.
Οι αδελφοί Ντετζόρτζιο και ο συνεργός τους Βίνσεντ Μούσκατ συνελήφθησαν λίγο αργότερα, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, έπειτα από αστυνομική επιχείρηση στην αποθήκη τους, η οποία μεταδόθηκε τηλεοπτικά.
Οι ένορκοι ενημερώθηκαν επίσης ότι ο ίδιος ο Θεούμα συνελήφθη στις 14 Νοεμβρίου 2019 κρατώντας ένα κουτί παγωτού που περιείχε μονάδες USB με αντίγραφα συνομιλιών, τις οποίες ισχυρίζεται ότι είχε ηχογραφήσει κρυφά με τον Φένεκ και στις οποίες βασίζεται η κατηγορούσα αρχή. Η υπεράσπιση του Φένεκ αμφισβητεί την ερμηνεία αυτών των ηχογραφήσεων και υποστηρίζει ότι η κατάθεση του Θεούμα περιέχει «μισές αλήθειες» και «κατάφωρα ψεύδη».
Τι πρότεινε ο εισαγγελέας
Το κατηγορητήριο κατονομάζει επανειλημμένα τον Φένεκ ως τον εγκέφαλο του σχεδίου δολοφονίας της Καρουάνα Γκαλίζια, υποστηρίζοντας ότι αυτός συνέλαβε το σχέδιο και χρηματοδότησε την εκτέλεσή του.
Ο γενικός εισαγγελέας ζήτησε την επιβολή ισόβιας κάθειρξης για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας και ποινή φυλάκισης από 20 έως 30 έτη για τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Η υπόθεση προκάλεσε πολιτική και συνταγματική κρίση στη Μάλτα, απειλώντας ακόμη και την κυβέρνηση. Ο τότε πρωθυπουργός Τζόζεφ Μούσκατ – ο οποίος δεν συγγενεύει με τον Βίνσεντ Μούσκατ – παραιτήθηκε λίγο μετά τη σύλληψη του Φένεκ, αποχωρώντας από το αξίωμά του τον Δεκέμβριο του 2019.
Ο Βίνσεντ Μούσκατ έλαβε μειωμένη ποινή 15 ετών και προεδρική χάρη αφού παραδέχθηκε την ενοχή του για όλες τις κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένης της εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας, και κατέθεσε εναντίον των αδελφών Ντετζόρτζιο. Εκείνοι αρχικά αρνήθηκαν τις κατηγορίες, αλλά άλλαξαν την απολογία τους σε ένοχοι την πρώτη ημέρα της δίκης τους, τον Οκτώβριο του 2022. Κατόπιν συμφωνίας με την εισαγγελία, η ποινή τους μειώθηκε από ισόβια κάθειρξη σε 40 χρόνια φυλάκισης.
Οι Ρόμπερτ Άτζιους και Τζέιμι Βέλα, που κατηγορήθηκαν ότι προμήθευσαν τη βόμβα, καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη τον Ιούνιο του 2025. Δεν δικαιούνται αποφυλάκιση υπό όρους ούτε οποιαδήποτε άλλη μορφή πρόωρης αποφυλάκισης.
Ο Θεούμα ζει από το 2019 υπό καθεστώς προστασίας μαρτύρων.